Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Η τιμή και το χρήμα»
της Ηλιάνας Γκολέμη
Εξώφυλλο της β΄ έκδοσης (1921)
Στην Κυρία Ειρήνη Δεντρινού
Με θαυμασμό και άπειρη φιλία
Ευγενικιά Κυρία, Θα ήθελα να Σας αφιερώσω το έργο που από καιρό Σας έχω υποσκεθεί, ένα έργο άξιο του ονόματός Σας, της καλλιτεχνικής ψυχής Σας και του άπειρου σεβασμού που τρέφω για Σας. Δε μου έλειψε η θέληση παρά η δύναμη και για τούτο Σας παρακαλώ να αποδεχτείτε με τη συνηθισμένη Σας καλοσύνη το μικρό και ασήμαντο διήγημα που Σας προσφέρω. Εγράφτηκε, Κυρία, πριν από το βαλκανικό πόλεμο, που είταν το προοίμιο του σημερινού ολέθριου σπαραγμού της Ευρώπης και εδημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Νουμά ενώ διαρκούσε και εμάνιζε εκείνη η αντάρα. Είταν η τύχη του φαίνεται, το ειρηνικό διήγημά μου να προβάλλει μέσα σε τέτοιες κοσμοϊστορικές ταραχές, όταν ποτάμια αίματος βάφουν τη μητέρα γη, σα μια δειλή διαμαρτυρία ενάντια σ’ ένα τόσο άτοπο καθεστώς που για να υπάρχει χρειάζεται τον παράλογο φόνο και την ατυχία τόσων πλασμάτων. Τι σπατάλη ζωής έγινε στα χρόνια τούτα! αλλά ας ευκηθούμε κιόλας, η τωρινή θλιβερή αιματοχυσία να ‘ναι γραμμένη η τελευταία στα βιβλία της ανθρώπινης Μοίρας. Ξέρω, Ευγενικιά Κυρία, πόσο συγκινούν την τρυφερή καρδιά Σας όλες αυτές οι δυστυχίες, κ’ έχω για τούτο την ελπίδα πως θα Σας φχαριστήσει λιγάκι το ταπεινό μου διήγημα, αν όχι σαν έργο τέχνης, αλλά τουλάχιστο σαν κάτι σύμφωνο ίσως με τα φιλάνθρωπα ιδανικά Σας, τη βαθιά Σας αφοσίωση και τη λαμπρή Σας ευφυΐα που όλοι όσοι Σας ξέρουν δε μπορούν παρά να τη θαυμάζουν.
Με σεβασμό
Δικός Σας,
Κ.Θ.
Κέρκυρα, 15 Σεπτεμβρίου 1914.
(Από την εισαγωγή του βιβλίου)
Το βιβλίο
Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1914. Όπως όμως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στην αφιέρωσή του στην Ειρήνη Δεντρινού «εγράφτηκε πριν από το βαλκανικό πόλεμο, που ήταν το προοίμιο του σημερινού ολέθριου σπαραγμού της Ευρώπης και εδημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Νουμά ενώ διαρκούσε και εμάνιζε εκείνη η αντάρα». Η χρονική περίοδος που γράφτηκε το διήγημα (νουβέλα θα λέγαμε σήμερα) συμπίπτει με την ακμή της σοσιαλιστικής δράσης του συγγραφέα. Το 1907-1909 ο Θεοτόκης παρακολουθεί μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Την εποχή αυτή η σοσιαλδημοκρατική κίνηση στη Γερμανία βρίσκεται στην κορύφωσή της. Κι ενώ στην πρώτη φάση της πεζογραφίας του ανανεώνει την ελληνική ηθογραφία με γλώσσα αδρή και λιτή (Κορφιάτικες ιστορίες), στη δεύτερη φάση, επηρεασμένος από τις σοσιαλιστικές ιδέες, προσπαθεί να δείξει ότι με το κοινωνικό σύστημα που ισχύει, το χρήμα και το συμφέρον αλλοιώνουν το χαρακτήρα των ανθρώπων και κατευθύνουν τις πράξεις τους. (Ή Τιμή και το Χρήμα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους). Ο ιδεολογικός αυτός προγραμματισμός δε ζημιώνει καθόλου το διήγημα, που είναι οργανωμένο δραματικά, με σκηνές ζωντανές και ανθρώπινες. Η Ειρήνη Δεντρινού σε ομιλία της με τίτλο «Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης σαν συγγραφέας, σαν άνθρωπος» είπε σχετικά:
«Στην Τιμή και το Χρήμα —το πρώτο κατά χρονολογική σειρά μεγάλο διήγημα του Θεοτόκη— περιγράφεται ιδιαίτερα το κερκυραϊκό προάστιο, το Μαντούκι, και γενικά η κατάσταση της Κέρκυρας στην εποχή της πρωθυπουργίας του Γ. Θεοτόκη. Αντίθετος προς το συνονόματό του, ο συγγραφέας καυτηριάζει σατιρίζοντας τα πολιτικά συστήματα της τότε εποχής, το κυρίαρχο ρουσφετολόι, την πρόοδο του συστηματικού λαθρεμπορίου στις κερκυραϊκές ακτές και την εξαχρείωση του εκλογέα. Ανάμεσα σε όλη αυτή την κίνηση πλέκεται το τρυφερό και γεμάτο ποιητική αφέλεια ειδύλλιο της Ρήνης και του Ανδρέα, που η χρηματική ανάγκη το παρακολουθεί για να το χτυπήσει θανάσιμα. Έτσι ο συγγραφέας, αφού μας αποδείξει πόσο κυρίαρχα, πόσο τυραννικά, το χρήμα επιβάλλεται και στα δυνατότερα και αγνότερα αισθήματά μας, βάζει στο στόμα της Ρήνης τον ύμνο της αγάπης, ανώτερης απ’ όλα τ’ άλλα συναισθήματα, με μια φράση λιτή, χωρίς καμιά παράχορδη, επιδειχτική κραυγή, και που λιτότερη γίνεται στο στόμα της κοπέλας του λαού: “Με τα τάλαρα δεν αγοράζεις την αγάπη”, λέει η Ρήνη του Αντρέα». («Νέα Εστία» Α’ 1927, τεύχ, 7 και 8, και: Εκδ. «Κείμενα» Η Τιμή και το Χρήμα: σ. 121).
Ο Άγγελος Τερζάκης επίσης έγραψε σχετικά τα εξής:
«Ποιος φταίει; Η ερώτηση ανεβαίνει αυθόρμητα στα χείλη του αναγνώστη σαν τελειώσει το διήγημα — κι αυτό είναι εκείνο που είχε αποζητήσει ο συγγραφέας. Την απάντηση την έχει άλλωστε δώσει ο ίδιος με το «λάιτ μοτίβ»* του έργου: “Ανάθεμά τα τα τάλαρα!”. Το λέει η Τρινκούλαινα, το λέει ο Αντρέας, —όταν βλέπει πως η ευτυχία χάθηκε πια— και τα δυο φαινομενικά αντίπαλα μέρη». Με τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, συνεχίζει ο Τερζάκης «σωτηρία δεν υπάρχει· οι άνθρωποι προστυχεύουν, τα ευγενικά συναισθήματα σβήνουν, τα πάντα γίνονται αντικείμενα συναλλαγής. Συμπόνια βαθιά μας απομένει, σαν κατακάθι, για όλους ανεξαίρετα τους ήρωες, αφού όλοι τους είναι θύματα και κανένας τους προσωπικά φταίχτης. Το δίπτυχο των αξιών, που εκφράζεται στον τίτλο του έργου, μένει, έτσι, γενικότερα αποφασιστικό και καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό του Θεοτοκικού έργου· Τιμή-Χρήμα» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Βασική Βιβλιοθήκη, Τόμ. 31, σ. 16).
(Από την εισαγωγή στο κείμενο στο βιβλίο «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας , Β΄ Λυκείου»)
Η Τιμή και το Χρήμα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Νουμάς το 1912, θεωρείται στην νεοελληνική πεζογραφία η πρώτη κοινωνική νουβέλα που ξεφεύγει από τις γνωστές ειδυλλιακές αναπαραστάσεις μιας ζωής ήρεμης, απαλλαγμένης από διλήμματα και κλυδωνισμούς μιας ζωής. Η επαρχία του Θετόκη δεν ήταν τόπος ειδυλλιακός. Ήταν μια κλειστή και καθυστερημένη κοινωνία, εγκλωβισμένη σε αδιέξοδα κοινωνικά σχήματα και παράλογες ηθικές προκαταλήψεις. Ασφυκτιούσε κάτω από το αίσθημα της ντροπής, γνώριζε καλά το συμφέρον και τη συναλλαγή, καταδυναστευόταν από το θεσμό της προίκας, το λαθρεμπόριο και το ρουσφέτι.
Η υπόθεση του έργου
Στο Μαντούκι, ένα φτωχικό παραλιακό προάστιο της Κέρκυρας, ένας αριστοκράτης νέος, ο Αντρέας Ξης, ξεπεσμένος οικονομικά ασχολείται με το παράνομο – για την εποχή – λαθρεμπόριο ζάχαρης, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τα χρέη που δημιούργησε ο πατέρας του. Ένα πρωινό κυνηγημένος από την αστυνομία ζητά τη βοήθεια της φτωχής και εργατικής σιορα Επιστήμης, γυναίκας του μέθυσου Τρίνκουλου, που κυβερνάει το σπίτι, για να αποφύγει τη σύλληψη. Η φτωχή γυναίκα απαιτεί μέρος των κερδών, για να κρύψει το παράνομο εμπόρευμα και το κάνει μετά την παρότρυνση της μεγαλύτερης κόρης της, της Ρήνης. Κατά τη συνδιαλλαγή ο Αντρέας ερωτεύεται την όμορφη και άξια κόρη της και φουντώνει ανάμεσά τους ένα αγνό ειδύλλιο, ασυμβίβαστο για το κοινωνικά δεδομένα της εποχής, αφού τότε οι άνθρωποι ανήκαν σε αυστηρά διαχωρισμένες κοινωνικές τάξεις.
Η μάνα της Ρήνης (η σιόρα Επιστήμη η Τρινκούλαινα) αρνείται να δώσει τα εξακόσια τάλαρα που ζητάει ο Αντρέας ως προίκα, με αποτέλεσμα η αγάπη των δύο νέων να φαίνεται ότι θα σβήσει. Όταν ο Αντρέας μαθαίνει ότι η Ρήνη ετοιμάζεται να παντρευτεί άλλον, επιστρέφει και την πείθει να τον ακολουθήσει στο σπίτι του, κάτι που δεν προλαβαίνει να ανατρέψει η μητέρα της και που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της τιμής της, καθώς το ζευγάρι ζει αστεφάνωτο. Όταν η Ρήνη μένει έγκυος και εκτεθειμένη στο στενό και συντηρητικό περιβάλλον του νησιού, ο Αντρέας ζητά ακόμη μεγαλύτερη προίκα, την οποία η σιόρα Επιστήμη δε δέχεται να δώσει. Παράλληλα ο θείος του Αντρέα, ο Σπύρος, του προξενεύει μιαν άλλη, πλούσια νύφη και αυτός φαίνεται να αμφιταλαντεύεται.
Η σιόρα Επιστήμη δέχεται την επίσκεψη του Σπύρου, ο οποίος της ζητά χίλια τάλαρα για προίκα της Ρήνης. Αυτή επιμένει ότι μπορεί να δώσει μόνο τριακόσια. Όταν ο Αντρέας μαθαίνει την απάντησή της, αποφασίζει να δουλέψει, για να ξεχρεώσει το σπίτι του, που πρόκειται να πουληθεί. Εγκαταλείπει τη Ρήνη, ταξιδεύει στα καράβια, για να κερδίσει χρήματα μέσα από παράνομες εμπορικές δραστηριότητες. Η σιόρα Επιστήμη με αποφασιστικότητα και θέληση αναζητεί τον Αντρέα στην αγορά, όπου πουλάει ψάρια. Του ζητά να συζητήσουν, επιδιώκοντας να τον πείσει να παντρευτεί τη Ρήνη και να αποκαταστήσει έτσι την υπόληψή της. Αυτός δε δέχεται και τη διώχνει. Στην απελπισία της αρπάζει ένα μαχαίρι και τον χτυπά στο μπράτσο. Καθώς τη συλλαμβάνουν οι αστυνομικοί, πετά το κλειδί του κομού όπου φυλάει τα χρήματα στον Αντρέα, λέγοντάς του να πάρει το ποσό που ζητά. «Μη μου χάσεις το σπίτι μου. Πάρ’ το κλειδί του κομού και σύρε να σου τα δώκει όλα όσα έχω ο άντρας μου· στην τράπεζα είναι βαλμένα στ’ όνομά του. Όλα, όλα· μόνο διαφέντεψέ με στο δικαστήριο. Ανάθεμά τα τα τάλαρα!»
Ο Αντρέας χαρούμενος τρέχει στην αγαπημένη του, η οποία όμως αρνείται να τον παντρευτεί πια, δηλώνοντας ότι θα ζήσει μόνη της, αυτόνομη και ανεξάρτητη, στηριζόμενη στην εργασία και τη θέλησή της. «Ω τι έκαμες!… Για λίγα χρήματα ήσουνε έτοιμος να με πουλήσεις, και χωρίς αυτά δε μ’ έπαιρνες. Πάει τώρα η αγάπη. Επέταξε το πουλί!» Αφού συνειδητοποίησε ότι η αγάπη της έγινε αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής, αποφασίζει να μεγαλώσει μόνη της το παιδί που θα φέρει στον κόσμο, αντιμετωπίζοντας τη νέα και σκληρή πραγματικότητα. «Θα πάω σε ξένα μέρη, σε ξένον κόσμο, σ’ άλλους τόπους· θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω το παιδί που θα γεννηθεί».
Η τιμή και το χρήμα στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο
Το βιβλίο έγινε σειρά το 1980 στο κρατικό κανάλι «ΥΕΝΕΔ»:
Για την τιμή και το χρήμα
Τίτλος τηλεοπτικής σειράς: Για την τιμή και το χρήμα
Έτος: 1980
Τηλεοπτική Σειρά
Είδος: Δραματική
Κανάλι: ΥΕΝΕΔ
Ημέρα/ημέρες προβολής: Δευτέρα
Ημερομηνία προβολής πρώτου επεισοδίου: 6 Οκτωβρίου 1980
Ημερομηνία προβολής τελευταίου επεισοδίου: 1980
Κύκλοι επεισοδίων: 1
Αριθμός επεισοδίων: 13
Διάρκεια επεισοδίου: 30′
Έγχρωμη: Όχι
Μορφή εγγραφής ταινίας: Φιλμ
Παραγωγός: Δημήτρης Ποντίκας
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Ποντίκας
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Σενάριο: Ελένη Παξινού
Μουσική σύνθεση: Γιάννης Ζουγανέλης
Ερμηνευτής τραγουδιού τίτλων: Ισιδώρα Σιδέρη
-
Η σειρά σώζεται στο Αρχείο της ΕΡΤ.
Η σειρά δεν προβλήθηκε ποτέ σε επανάληψη.
Ηθοποιοί: Κατερίνα Αποστόλου (Ρήνη)
-
Ντίνα Κώνστα(σιόρα Επιστήμη)
-
Ντίνος Αυγουστίδης(Ανδρέας)
-
Κίττυ Αρσένη(Αγάθια)
-
Αγνή Βλάχου(Σάββαινα)
-
Τρύφων Παπουτσής
-
Τάκης Καρνάτσος



